ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΟ

29 July 2013

Παρέμβαση Σταύρου ΤΑΣΣΟΥ


Συνάδελφοι, Φίλες και Φίλοι
Θάθελα και εγώ να ευχαριστήσω το συνδικάτο των εργαζομένων του ΙΓΜΕ για την πρόσκληση να μιλήσω στην σημερινή εκδήλωση. Οι προηγούμενοι ομιλητές ανέπτυξαν διεξοδικά τόσο το επιτελούμενο έργο όσο και τη χρησιμότητα του ΙΓΜΕ ως ερευνητικού ιδρύματος, γιαυτό θα σταθώ σε δύο-τρία θεμελιώδη πολιτικά ζητήματα.
Πριν από λίγο,  ο συνάδελφος  Βασιλειάδης , αλλά και ο κ. Οικονόμου ο εκπρόσωπος της ΔΗΜΑΡ, που αυτή τη στιγμή δεν είναι εδώ, αναρωτήθηκαν πως είναι δυνατόν όταν όλοι οι εκπρόσωποι των κομμάτων συμφωνούν για τη χρησιμότητα του ΙΓΜΕ δεν καταφέρνουν να το περάσουν αυτό στις αποφάσεις της Βουλής.
Δυστυχώς η απάντηση είναι απλή, όσο και αν αυτό στεναχωρεί κάποιους. Τα κόμματα που αυτοί εκπροσωπούν έχουν αντίθετη άποψη.                          
Τα προβλήματα του ΙΓΜΕ, των άλλων ερευνητικών ιδρυμάτων, αλλά και κάθε τομέα της οικονομίας έχουν τη βάση τους στην οργάνωση της κοινωνίας, στην προκειμένη περίπτωση στο καπιταλιστικό σύστημα. Το σύστημα αυτό στηρίζεται στην παραδοχή ότι τον πλούτο τον παράγουν οι επιχειρηματίες και όχι οι εργαζόμενοι, ότι δηλαδή χωρίς τους επιχειρηματίες δεν μπορεί να κινηθεί η οικονομία, ενώ στην πραγματικότητα συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο. Τον πλούτο τον παράγουν οι εργαζόμενοι  και μόνο αυτοί, αλλά στον καπιταλισμό το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος του πλούτου αυτού τον καρπώνονται οι καπιταλιστές. Τα συσσωρευμένα κεφαλαία  δεν είναι παρά απλήρωτη εργασία. Η καπιταλιστική παραγωγή δεν είναι προσανατολισμένη στο να καλύπτει τις ανάγκες των ανθρώπων, να παράγει δηλαδή αξίες χρήσης, αλλά στο να παράγει ανταλλακτικές αξίες με σκοπό το κέρδος, που μεγιστοποιείται όταν, εκτός από το χαμηλό κόστος, και όταν λένε αυτό εννοούν χαμηλό εργατικό κόστος, όπως όλες οι εφαρμοζόμενες με ή χωρίς μνημόνια πολιτικές δείχνουν, υπάρχει και μεγάλη κατανάλωση. Εδώ βέβαια είναι και η αξεπέραστη αντίφαση του συστήματος, γιατί με μικρούς μισθούς, και πολύ περισσότερο με ανεργία, δεν μπορεί να υπάρξει μεγάλη κατανάλωση. Το σύστημα οδηγείται σε κρίση, που δεν είναι άλλη από τα υπερσυσσωρεύμενα κεφαλαία που δεν μπορούν να επενδυθούν με κερδοφορία, επειδή ακριβώς περιορίζεται η κατανάλωση. Στις περιπτώσεις αυτές αν τα πολιτικά και τα οικονομικά μέσα δεν αρκούν για να ανακτηθεί και να αυξηθεί η κερδοφορία των επιχειρήσεων, η πλεονάζουσα εργατική δύναμη αλλά και τα πλεονάζοντα κεφάλαια καταστρέφονται με πόλεμο.
Τελευταία έχουμε και το φρούτο των «υγιών» επιχειρηματιών. Αυτών δηλαδή των «φιλάνθρωπων» καπιταλιστών που, για τη ψυχή της μάνας τους, θα δώσουν αξιοπρεπείς μισθούς και θα σεβαστούν τα εργατικά δικαιώματα, όταν μπορούν να επενδύσουν στην Αλβανία, στην ΠΔΓΜ, στη Βουλγαρία, στη Ρουμανία, ή στην Τουρκία με 100, 200, ή το πολύ 300 ευρώ. Βέβαια ούτε αυτό τους είναι αρκετό γιατί θέλουν ένα τσακισμένο εργατικό κίνημα. Εργαζόμενους χωρίς δικαιώματα, σύγχρονους δούλους, που η μόνη επιδίωξή τους θα είναι να παρακαλούν για το έλεος των εργοδοτών τους. Ποιους κοροϊδεύουν ότι στα πλαίσια του καπιταλισμού, στα πλαίσια της ΕΕ μπορεί να υπάρξει φιλολαϊκή πολιτική, και φιλολαϊκή διέξοδος από την κρίση; 

  
Θα πω και δυο λόγια για την έρευνα γενικότερα, και την έρευνα που κάνει το ΙΓΜΕ ειδικότερα. Είναι γνωστό ότι χωρίς έρευνα δεν μπορεί να υπάρξει πραγματική πρόοδος και ανάπτυξη της κοινωνίας. Είναι επίσης γνωστό ότι στα πλαίσια του καπιταλισμού οι επιχειρηματικοί όμιλοι θέλουν, σε πρώτη φάση, εφαρμοσμένη έρευνα από την οποία μπορούν να προκύψουν προϊόντα, ανεξάρτητα αν αυτά είναι πραγματικά χρήσιμα για την κοινωνία, με μόνο κριτήριο αν μπορούν να πουληθούν και να φέρουν γρήγορα και μεγάλα κέρδη. Τέτοια έρευνα κάνουν τα μονοπώλια, αν και θα προτιμούσαν και αυτή να την κάνει το δημόσιο, δηλαδή η κοινωνία, γιατί απλούστατα τους στοιχίζει λιγότερο αν διεξάγεται μέσω κάποιων μεμονωμένων προγραμμάτων συνεργασίας με δημόσιους φορείς, και γιαυτό έχουν εφεύρει τα περίφημα ΣΔΙΤ. Τη βασική όμως έρευνα, που και μεγάλο κόστος έχει και αβεβαιότητα όσον αφορά την δυνατότητα άμεσης εφαρμογής των αποτελεσμάτων της, προτιμά να φορτώσει το κόστος της εξολοκλήρου στην κοινωνία, και τα μονοπώλια ως «νταβατζήδες», για να χρησιμοποιήσω την έκφραση του πρώην πρωθυπουργού Κώστα Καραμανλή, να αποκομίζουν το όφελος, όταν κρίνουν ότι υπάρχει.
Όσον αφορά την έρευνα για τον ορυκτό και ενεργειακό πλούτο της χώρας που διεξάγει το ΙΓΜΕ θάθελα να κάνω δύο παρατηρήσεις. Πρώτο, σε συνθήκες καπιταλισμού, ο φυσικός πλούτος κάθε χώρας, και επομένως και της Ελλάδας, δεν αξιοποιείται για να καλυφθούν οι λαϊκές ανάγκες σε κάθε χώρα σε προϊόντα που παράγονται από την επεξεργασία του στη χώρα αυτή, αλλά για τη μεγιστοποίηση του κέρδους των πολυεθνικών επιχειρηματικών ομίλων που εμπλέκονται με την εξόρυξη και την επεξεργασία του, που συνήθως σημαίνει την εξαγωγή του εκεί που αυτοί κρίνουν ότι τους συμφέρει. Για παράδειγμα είναι γνωστό ότι η Ελλάδα έχει τεράστια αποθέματα λιγνίτη, η χρήση των οποίων καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος των αναγκών σε καύσιμα για την ηλεκτροπαραγωγή στη χώρα μας. Τα ενεργειακά μονοπώλια θέλουν να βάλουν στο χέρι στον πλούτο αυτό, και αν το καταφέρουν τότε ο λιγνίτης θα είναι κατάλληλο καύσιμο, αν δεν το καταφέρουν τότε ο λιγνίτες είναι ρυπογόνος, και επομένως ακατάλληλος, και η Ελλάδα θα πρέπει να εισάγει άλλα καύσιμα. Και για το ένα και για το άλλο, για να χειραγωγήσουν το λαό, θα κάνουν πολυδάπανες διαφημιστικές καμπάνιες, τις οποίες βέβαια θα χρεώσουν στο λαό. Το ίδιο συμβαίνει και με τα όποια αποθέματα πετρελαίου και φυσικού αερίου, αλλά και με τις ΑΠΕ, που δεν αξιοποιούνται για τις ενεργειακές ανάγκες του ελληνικού  λαού, αλλά για τις ανάγκες και την κερδοφορία των ενεργειακών μονοπωλίων. Εξού και το χαράτσι για τις ΑΠΕ που επιβάλει η ΔΕΗ, υπερδιπλασιάζεται για τους μικρούς καταναλωτές και υποδιπλασιάζεται για τους μεγάλους βιομηχανικούς καταναλωτές,
Δεύτερο, φαίνεται ότι οι επιχειρηματικοί όμιλοι πήραν ότι είχαν να πάρουν από το ΙΓΜΕ. Χάρις στην εντατική δουλειά των εργαζομένων του ΙΓΜΕ, ξέρουν λίγο-πολύ το είδος και την γεωγραφική κατανομή του φυσικού πλούτου της χώρας μας. Από και πέρα θέλουν αυτοί, και μόνο αυτοί, να έχουν την ακριβή πληροφόρηση για τις ποσότητες, ώστε να κρίνουν αν και πότε θα τον αξιοποιήσουν, με αποκλειστικό κριτήριο το δικό τους όφελος. Επομένως το ΙΓΜΕ στη φάση αυτή τους είναι όχι μόνο άχρηστο, αλλά και ενοχλητικό γιατί αν συνεχίσει να λειτουργεί ως δημόσιος φορέας όλο και κάποια πληροφόρηση για το πραγματικό μέγεθος των αποθεμάτων μπορεί να φτάσει στον ελληνικό λαό. Το ΙΓΜΕ ότι είχε να δώσει τους το έδωσε, και οι οποίοι πόροι πήγαιναν για τη λειτουργία του, προτιμούν να πηγαίνουν απευθείας στις τσέπες του μεγάλου κεφαλαίου. Επειδή αυτό εξυπηρετεί το κεφάλαιο και τους πολιτικούς του εκπροσώπους, δεν υπάρχει καμιά ελπίδα στα πλαίσια αυτού του συστήματος το ΙΓΜΕ να επανέλθει στα επίπεδα των 1100 εργαζομένων. Το πολύ-πολύ θα το κρατήσουν στο επίπεδο των 200-300 εργαζομένων, και αυτό για να διεξάγει κάποιες συμπληρωματικές για τις ανάγκες των μονοπωλίων έρευνες, και αφού το θωρακίσουν από την πιθανότητα διαρροών προς ανεπιθύμητους για τα μονοπώλια αποδέκτες, όπως είναι ο λαός. Γιαυτό δεν είναι τυχαίο ότι ο νέος ΥΠΕΚΑ, ο κ. Μανιάτης, με πολύ υπερηφάνεια δήλωσε ότι, ότι πληροφόρηση είχε το ελληνικό δημόσιο για τα ελληνικά αποθέματα την παρέδωσε και επίσημα στα ενεργειακά μονοπώλια, γιατί ανεπίσημα την είχαν βέβαια.    
Η έρευνα, τόσο η βασική όσο και η εφαρμοσμένη, είναι κοινωνικό αγαθό, και επομένως πρέπει να διεξάγεται από το λαό για το λαό, και τις ανάγκες του, τόσο για την κατανόηση των νόμων της κίνησης της φύσης και της κοινωνίας, όσο και για την κάλυψη των κοινωνικών αναγκών σε προϊόντα και υπηρεσίες.  Αυτό στα πλαίσια του καπιταλιστικού συστήματος δεν είναι δυνατόν να επιτευχθεί. 

Οι εργαζόμενοι του ΙΓΜΕ, αλλά και γενικότερα οι εργαζόμενοι και τα λαϊκά στρώματα, εκτός από τον καθημερινό αγώνα να μη γίνουν τα πράγματα ακόμα χειρότερα, αλλά και να αποσπάσουν κάποιες μικρές έστω παραχωρήσεις, πρέπει να φτιάξουν τη λαϊκή συμμαχία, και να αγωνιστούν για την ανατροπή αυτού του σάπιου καπιταλιστικού συστήματος. Να οικοδομήσουν μια κοινωνία χωρίς εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, γιατί τότε και μόνο τότε ο πλούτος που παράγουν θα επιστρέφει σ’ αυτούς. Και ο στόχος αυτός και ρεαλιστικός είναι, και περισσότερο από ποτέ αναγκαίος σε κάθε χώρα. 

No comments: